Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Σύγκριση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων EndoPredict και Oncotype DX σε ασθενείς με ορμονοεξαρτώμενο διηθητικό καρκίνο του μαστού

Αρκετές  εξετάσεις που αποσκοπούν στην  ανίχνευση της γονιδιακής έκφρασης του ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του μαστού έχουν εισαχθεί για χρήση στην καθημέρα κλινική πράξη, προσφέροντας σημαντικές πληροφορίες προγνωστικής και προληπτικής αξίας.  Οι εξετάσεις αυτές προσφέρουν για παράδειγμα πληροφορίες σχετικά με την πιθανότητα εκδήλωση απομακρυσμένων μεταστάσεων και συντελούν στην επιλογή  της πλέον ενδεδειγμένης θεραπείας.  

Οι ερευνητές Varga Z, Sinn P, Fritzsche F, von Hochstetter A, Noske A, Schraml P, Tausch C, Trojan A, Moch H.από το Ινστιτούτο Παθολογικής Ανατομικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Ζυρίχης, ανέλυσαν τα αποτελέσματα δύο  πρόσφατα επικυρωμένων τέτοιων μεθόδων, δηλαδή της  μεθόδους Endopredict  (ΕP) σε 34 θετικούς για ορμονικούς υποδοχείς καρκίνους μαστού  και της μεθόδου Oncotype DX (RS) στα ίδια δείγματα καρκίνων μαστού και συνέκριναν τα αποτελέσματα αυτά μεταξύ τους. 

Για το σκοπό της μελέτης χρησιμοποιήθηκαν αντιπροσωπευτικές τομές από κύβους παραφίνης του βιοπτικού υλικού των 34 ορμονοεξαρτώμενων καρκίνων του μαστού. 

Η μέθοδος  EP ταξινόμησε  11 ασθενείς στην κατηγορία χαμηλού κινδύνου και  23 ασθενείς στην κατηγορία υψηλού κινδύνου. Η μέθοδος RS ταξινόμησε  15 ασθενείς στην κατηγορία χαμηλού κινδύνου, ασθενείς στην κατηγορία ενδιάμεσου κινδύνου και  9 ασθενείς στην κατηγορία υψηλού κινδύνου. Σημαντική απόκλιση μεταξύ των αποτελεσμάτων των σύο μεθόδων παρατηρήθηκε σε 6 από τις 34 περιπτώσεις (ποσοστό18%): 6 περιπτώσεις που ταξινομήθηκαν ως χαμηλού κινδύνου με τη μέθοδο RS, ταξινομήθηκαν ως υψηλού κινδύνου με τη μέθοδο ΕΡ. H συνολική συμφωνία μεταξύ των δύο μεθόδων ήταν  76%. Η συσχέτιση μεταξύ των ευρημάτων του EP και του RS ήταν μέτρια (Pearson-coefficient: 0.65 (p<0.01). Οι διαφορές των ευρημάτων μεταξύ των δύο μεθόδων χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης με σκοπό τη διερεύνηση της κλινικής τους σημασίας και της επίδρασής τους στην τελική έκβαση της νόσου.  
 
                                                                                                                            
Σταύρος Αρχοντάκης

Σάββατο 13 Απριλίου 2013


Η μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με αυξημένη οστική πυκνότητα είναι ένα θέμα που επανειλλημένα έχει εμφανιστεί στη διεθνή αρθρογραφία. Είναι, όμως, αυτό το χαρακτηριστικό και προγνωστικός παράγοντας που επιδρά στην πορεία της νόσου;

Αυτό το ερώτημα διερεύνησε η συγκεκριμένη μελέτη επί 309 ασθενών και διαπίσωσε ότι οι 193 ασθενείς που είχαν χαμηλή οστική πυκνότητα (t > -1.0) παρουσίασαν 5η επιβίωση ελεύθερης απομακρυσμένης νόσου σε ποσοστό 96% συγκριτικά με το 84% για τις ασθενείς με φυσιολογική οστική πυκνότητα (p = 0.0239). Η ελεύθερη τοπικής νόσου επιβίωση ήταν 94% για τις γυναίκες με χαμηλή οστική πυκνότητα και 86% για όσες είχαν φυσιολογική πυκνότητα (p = 0.0794). 

Συμπερασματικά, η οστική πυκνότητα φαίνεται να είναι ένας σημαντικός προγνωστικός παράγοντας για μετεμμηνοπαυσιακές καυκασιανής καταγωγής γυναίκες, καθώς η χαμηλή πυκνότητα σχετίζεται με μικρότερη συχνότητα τοπικής ή απομακρυσμένης υποτροπής.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Τα επίπεδα mRNA της ανθρώπινης μαστοσφαιρίνης στο πλάσμα (plasma human mammaglobin – hMAM- mRNA ) συσχετίζονται με την πρόγνωση του καρκίνου του μαστού.

Οι ερευνητές Lee GWKim JYKoh EHKang DChoi DSMaeng KYLee JS., από την Παθολογική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του Jinju, στη Νότιο Κορέα, παρατήρησαν ότι ασθενείς με καρκίνο μαστού παρόμοιου κλινικού σταδίου και παρόμοια επιβάρυνση από πλευράς παραγόντων κινδύνου, παρουσίαζαν σημαντική διαφορά όσον αφορά στην πρόγνωση και στην επιβίωση μετά τη χειρουργική θεραπεία. Οι λόγοι αυτού του φαινομένου είναι πολλοί , αλληλοσυνδεόμενοι και προς το παρόν δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Οι συγκεκριμένοι ερευνητές μελέτησαν τα επίπεδα του mRNA  της ανθρώπινης μαστοσφαιρίνης στο πλάσμα (plasma human mammaglobin – hMAM- mRNA ) σε 82 ασθενείς με καρκίνο του μαστού, συγκριτικά με τα ποσοστά επιβίωσης αυτών αλλά και με άλλους επιβαρυντικούς προγνωστικούς παράγοντες. Η προγνωστική αξία του προσδιορισμού των επιπέδων του hMAM- mRNA εκτιμήθηκε κατόπιν συσχέτισης των τιμών αυτού με τη συνολική επιβίωση και την επιβίωση άνευ νόσου των συγκεκριμένων ασθενών. Παρατηρήθηκε ότι σε γυναίκες με καρκίνο μαστού πρώιμου σταδίου   (στάδια I-II,), μόλις το 23.4% από αυτές ήταν θετικές για το συγκεκριμένο δείκτη (hMAM- mRNA ), ενώ σε γυναίκες με καρκίνο μαστού προχωρημένου σταδίου , το αντίστοιχο ποσοστό ασθενών με θετική έκφραση του hMAM- mRNA ανερχόταν σε  82.9%. Τα ποσοστά θετικής έκφρασης των υποδοχέων οιστρογόνων, προγεστερόνης και HER-2/neu, με μεθόδους ανοσοϊστοχημείας στα αντίστοιχα υλικά μαστεκτομής υπολογίστηκαν σε 69,5%, 75,6%, and 20,7%, αντίστοιχα. Κατόπιν μονοπαραμετρικής ανάλυσης, υπολογίστηκε ότι η έκφραση του hMAM- mRNA παρουσιάζει ισχυρή συσχέτιση με προχωρημένο κλινικά και ιστολογικά στάδιο καρκίνου μαστού, παρουσία λεμφαδενικών μεταστάσεων και αρνητική έκφραση υποδοχέων οιστρογόνων και προγεστερόνης. Ασθενείς με αρνητική έκφραση του hMAM- mRNA παρουσιάζουν μεγαλύτερο μετεγχειρητικό χρόνο επιβίωσης ελεύθερο συμπτωμάτων. Ωστόσο τα χαμηλά ποσοστά έκφρασης του hMAM- mRNA δεν κατέστη δυνατό να συσχετιστούν με σημαντική αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης (P = 0.16).
Άρθρο:    

Τα επίπεδα mRNA  της ανθρώπινης μαστοσφαιρίνης στο πλάσμα (plasma human mammaglobin – hMAM- mRNA ) συσχετίζονται με την πρόγνωση του καρκίνου του μαστού.  

                                                                                                                                                     ( Από τον Σταύρο Αρχοντάκη) 

Οι αυξημένοι καρκινικοί δείκτες είναι κακός προγνωστικός παράγοντας


Αυξημένα προεγχειρητικά επίπεδα των CA 15-3 και CEA είναι κακός προγνωστικός παράγοντας.

Στην παρούσα μελέτη με 1.681 ασθενείς, πριν από την χειρουργική επέμβαση μετρήθηκαν αυξημένες τιμές του CA 15-3 στις 176 εξ αυτών και αυξημένο CEA στις 131. Αυτές οι αυξημένες τιμές σχετίζονταν με το μέγεθος του όγκου, τις λεμφαδενικές μεταστάσεις και το προχωρημένο στάδιο. Τα αυξημένα επίπεδα αυτών των καρκινικών δεικτών φάνηκαν να είναι ένας ανεξάρτητος  παράγοντας φτωχής πρόγνωσης, γεγονός που κατά τους συγγραφείς του άρθρου θα πρέπει να κατευθύνει τους θεράποντες ιατρούς σε κατάλληλες θεραπευτικές επιλογές. 

Επίδραση εγκυμοσύνης στη πρόγνωση ορμονοθετικών καρκίνων,

Η προγνωστική επίδραση της εγκυμοσύνης μετά από καρκίνο του μαστού σύμφωνα με την κατάσταση των οιστρογονικών υποδοχέων: μία πολυκεντρική αναδρομικη μελέτη.
Η εγκυμοσύνη μετά από ορμονοθετικό καρκίνο του μαστού δεν φαίνεται να ελαττώνει τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου. 
Journal of Clinical Oncology   12/13/2012

Υποδοχείς προγεστερόνης και πρόγνωση αυλικού τύπου καρκίνων

Η προγνωστική σημασία των θετικών στους υποδοχείς προγεστερόνης κυττάρων σε περιπτώσεις καρκίνων μαστού που ανοσοϊστοχημικά έχουν προσδιοριστεί ως αυλικού τύπου. 
…Μία νέα ανοσοϊστοχημική κατάταξη των αυλικού Α τύπων καρκίνου είναι : όγκοι HR +/HER2 - /Ki-67 λιγότερο από 14% και PR περισσότερο από 20%.
Journal of Clinical Oncology   12/14/2012
 

Ομάδα αίματος και πρόγνωση ασθενών

ABO ομάδες αίματος και πρόγνωση του καρκίνου του μαστού: μια μελέτη ασθενών – μαρτύρων στο Arak του Iran
Ο τύπος αίματος στις ασθενείς της μελέτης φάνηκε να είναι προγνωστικός παράγοντας και η παρουσία του B- αντιγόνου φαίνεται να σχετίζεται με φτωχότερη πρόγνωση.
Iranian Journal of Blood & Cancer   12/14/2012

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Ο ιστολογικός τύπος δεν είναι ένας ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για τον τρόπο εκδήλωσης του κινδύνου υποτροπής.


Ο διηθητικός λοβιακός καρκίνος του μαστού (Invasive lobular breast cancer- ILC) είναι λιγότερος συχνός από το πορογενές διηθητικό καρκίνωμα ( invasive ductal breast cancer - IDC) και φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μία ιδιαίτερη βιολογική συμπεριφορά. Τα ασταθή ευρήματα σχετικά με την ελεύθερης νόσου επιβίωση (disease-free survival - DFS) είναι πιθανόν να οφείλονται στο γεγονός ότι ιστολογικός τύπος σχετίζεται με την κατάσταση των ορμονικών υποδοχέων. Η μελέτη αυτή είχε ως στόχο να προσδιορίσει εάν ο ιστολογικός τύπος της πρωταρχικής εστίας στο μαστό είναι ένας ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για την DFS, τον τύπο του κινδύνου της τοπικής υποτροπής και των απομακρυσμένων μεταστάσεων (distant metastasis - DM) και το κατά πόσο αποτελεί έναν προγνωστικό παράγοντα για την περιοχή που θα αναπτυχθεί η απομακρυσμένη μετάσταση. Για την μελέτη επιλέχθηκαν όλες οι Ολλανδέζες που διαγνώστηκαν με διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα μεταξύ των ετών 2003 και 2005 ( αρ: 2.949) ή με διηθητικό πορογενές καρκίνωμα ( αρ.: 22.378) και ήταν καταχωρημένες στο Ολλανδικό αρχείο νεοπλασιών. Η.DFS εκτιμήθηκε χρησιμοποιώντας ανάλυση παλινδρόμησης αναλογικού κινδύνου. Σε σύγκριση με τις ασθενείς με πορογενές διηθητικό καρκίνωμα, οι γυναίκες που εμφάνισαν διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα ήταν σημαντικά μεγαλύτερης ηλικίας και ήταν πιο πιθανό να έχουν περισσότερους από τρεις θετικούς λεμφαδένες, όπως και μεγαλύτερους, καλύτερα διαφοροποιημένους, πιο συχνά πολυεστιακούς και με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς όγκους (όλα τα P <0,001). Το διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα  ήταν πιο πιθανό να δώσει μεταστάσεις στα όργανα του γαστρεντερικού και τα οστά και λιγότερο πιθανό να αναπτύξει μεταστάσεις στον πνεύμονα, κεντρικό νευρικό σύστημα και στους λεμφαδένες. Στις υποομάδες του διηθητικού λοβιακού καρκινώματος με  ER + / PR + και ER + /PR- ήταν ακόμη πιο πιθανό να εκδηλωθούν μεταστάσεις στα όργανα του γαστρεντερικού και λιγότερο πιθανό στον πνεύμονα. Η χρονική στιγμή της υποτροπής συσχετίστηκε με κατάσταση των ορμονικών υποδοχέων, ανεξάρτητα του ιστολογικού τύπου. Υψηλότερος κίνδυνος εντός 2 ετών από τη χειρουργική επέμβαση παρατηρήθηκε μεταξύ των ασθενών με ER-/PR-. Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι ιστολογικός τύπος δεν είναι ένας σημαντικός ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για την ελεύθερης νόσου επιβίωση στα 3 πρώτα έτη μετά τη χειρουργική επέμβαση και μετέπειτα (<3 ετών HR 0,91, 95% CI 0,78 - 1,06, > 3 έτη HR 1,07, 95% CI 0.88- 1.30). 
Επομένως, ο ιστολογικός τύπος δεν θα πρέπει να θεωρείται ένας σημαντικός προγνωστικός παράγοντας για τον κίνδυνο υποτροπής και τον τρόπο εκδήλωσης του.
( Περίληψη της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Breast Cancer Research and Treatment. 2012 ; 135(1): 271-280  http://www.springerlink.com/content/j580854850063773/ )

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Μπορεί να προβλεφθεί ο κίνδυνος τοπικής υποτροπής μετά την αφαίρεση του DCIS με τη χρήση της κλίμακας αξιολόγησης του MSKCC;


Τα nomogramms (νομογράμματα - κλίμακες αξιολόγησης) για τον καρκίνο του μαστού είναι εργαλεία προγνωστικής αξιολόγησης διαθέσιμα στο διαδίκτυο που μπορούν να βοηθήσουν να υπολογιστούν στοιχεία του κινδύνου καρκίνου του μαστού για κάθε ξεχωριστή ασθενή.  Τρεις τέτοιες κλίμακες αξιολόγησεις έχουν αναπτύξει οι γιατροί του Memorial Sloan Kettering Cancer Center που μπορούν να εφαρμοστούν στην αξιολόγηση διαφορετικών κινδύνων για: α)  μετάσταση στο φρουρό λεμφαδένα, β)  πρόσθετες λεμδαφενικές μεταστάσεις και γ)  υποτροπή του ενδοπορικού καρκινώματος.
Οι πληροφορίες που προσφέρουν αυτές οι κλίμακες μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς (και τους ασθενείς τους) στη λήψη σημαντικών αποφάσεων σ’ ότι αφορά τους θεραπευτικούς χειρισμούς. να πάρουν σημαντικές αποφάσεις για τη θεραπεία.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Η επιρροή της συνοσηρότητας και της ηλικίας στον κίνδυνο θανάτου χωρίς υποτροπή: Μια αναδρομική ανάλυση από την έρευνα ATAC.


Η μελέτη ATAC ήταν μία διπλή τυφλή τυχαιοποιημένη μελέτη στην οποία μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με καρκίνο μαστού αρχικών σταδίων ταξινομήθηκαν να λάβουν αναστραζόλη ή ταμοξιφένη ή συνδυασμό των δύο.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Clinical Oncology (2011;29:4266-72), αναζητήθηκε  η επίδραση της συνοσηρότητας και της ηλικίας στη θεραπεία που χορηγήθηκε, στη σχετιζόμενη με τον καρκίνο του μαστού θνησιμότητα και στα άλλα αίτια θανάτου των ασθενών.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Ίδια συμπεριφορά καρκίνων που ανακαλύφθηκαν σε προληπτικό έλεγχο με εκείνη των συμπτωματικών καρκίνων (αν ληφθούν υπόψη οι ιστολογικοί παράγοντες κινδύνου).


Μελετώντας1.812 ασθενείς από τις σειρές εκείνων που αντιμετωπίστηκαν με θεραπεία διατήρησης μαστού στο Εδιμβούργο ( σε τρείς διαφορετικές χρονικές περιόδους και με 5 -10 -15 και 20 χρόνια παρακολούθησης) προέκυψε ότι:
Ο αριθμός των διηθημένων λεμφαδένων, η νεαρή ηλικία, το ιστολογικό μέγεθος και η πολυεστιακότητα ήταν σημαντικοί παράγοντες για εμφάνιση υποτροπής στο σύστοιχο μαστό ( που παρουσιάστηκε σε 205 από τις ασθενείς).
Νεαρή ηλικία, αριθμός θετικών λεμφαδένων, ιστολογικό μέγεθος όγκου  και ο βαθμός κακοήθειας ήταν σημαντικοί παράγοντες για απομακρυσμένη υποτροπή ( που παρουσίασαν 378 από τις ασθενείς).
 Όταν λαμβάνονταν υπόψη οι συμβατικοί προγνωστικοί δείκτες οι καρκίνοι που ανιχνεύτηκαν από προληπτικό έλεγχο δεν συνοδεύτηκαν από κάποια βελτιωμένα αποτελέσματα σ’ ότι αφορά τα ποσοστά στην εμφάνιση της συνολικής υποτροπής ή επιβίωσης σε σύγκριση με τις περιπτώσεις συμπτωματικής νόσου. Υπήρξε, όμως, ένας μειωμένος κίνδυνος απομακρυσμένης μετάστασης μετά  από υποτροπή στο σύστοιχο μαστό. Μετά από 10 χρόνια υποτροπής στο σύστοιχο μαστό  η υποτροπή συνέχισε να παρουσιάζεται σ΄ένα σταθερό ποσοστό 0,87% κάθε έτος.
Ασθενείς με νόσο που ανακαλύπτεται στον προληπτικό έλεγχο πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, όπως εκείνες με συμπτωματική νόσο, και σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του όγκου και της ασθενούς.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 22-12-11 στις ηλεκτρονικές σελίδες του περιοδικού Int J Radiat Oncol Biol Phys (http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0360301611031725)

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η προγνωστική αξία του αριθμού των εξαιρεθέντων λεμφαδένων, του αριθμού των διηθημένων λεμφαδένων και της μεταξύ τους αναλογίας σε 7.502 ασθενείς (Austrian Breast and Colorectal Cancer Study Group -ABCSG).


Η επέμβαση στη μασχάλη δεν έχει τόσο θεραπευτική, όσο σταδιοποιητική και προγνωστική αξία. Ο αριθμός των λεμφαδένων που διαπιστώνεται να είναι διηθημένοι αποτελούσε βασικό στοιχείο για τον καθορισμό της θεραπείας, αν και στις ημέρες μας ολοένα και πιο πολύ γι΄αυτό το σκοπό αξιολογούνται διάφορα χαρακτηριστικά του όγκου. Εκτός, όμως, από τον αριθμό των διηθημένων λεμφαδένων, τα τελευταία χρόνια πολλές μελέτες έδειξαν ότι προγνωστική αξία μπορεί να έχουν και ο συνολικός αριθμός των εξαιρεθέντων λεμφαδένων, αλλά και η αναλογία διηθημένων/εξαιρεθέντων λεμφαδένων.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού Annals of Surgical Oncology (http://www.annsurgoncol.org/journals/abstract.html?v=0&j=10434&i=0&a=2189_10.1245_s10434-011-2189-y&doi=), από την Αυστριακή ομάδα εργασίας για τους καρκίνους μαστού και παχέος εντέρου, και στην οποία περιελήφθησαν 7.502 ασθενείς έδειξε ότι  σε όσες έχουν μέτριο κίνδυνο υποτροπής  και αντιμετωπίζονται με την κατάλληλη συστηματική επικουρική αγωγή ο αριθμός των εξαιρεθέντων λεμφαδένων και η αναλογία διηθημένων/εξαιρεθέντων λίγη πρόσθετη πληροφόρηση προσφέρει πέρα από την αντίστοιχη που μας προσφέρει ο αριθμός των διηθημένων λεμφαδένων. Μόνο η υποομάδα με 1-3 θετικούς λεμφαδένες και μαστεκτομή θα μπορούσε να ωφεληθεί από τη χρήση της αναλογίας διηθημένων/ εξαιρεθέντων ως κριτηρίου για τη χρήση επικουρικής ακτινοθεραπείας, αλλά αυτή διαπίστωση έχει γίνει σε μικρό αριθμό ασθενών και χρήζει μεγαλύτερης και προοπτικής μελέτης για να επιβεβαιωθεί.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η παχυσαρκία επιβαρύνει την πρόγνωση (και μειώνει την αποτελεσματικότητα των αναστολέων αρωματάσης;)


Με τον τίτλο «Ορμονοθεραπεία στις παχύσαρκες γυναίκες με καρκινο του μαστού: ένα ακόμα κομάτι σ’ ένα ανολοκλήρωτο πάζλ» δημοσιεύθηκε στη διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Breast Cancer Research and Treatment μία μελέτη σε μία υποομάδα της γερμανικής έρευνας BRENDA (Breast Cancer Care under Evidence-Based Guidelines), μιάς μεγάλης αναδρομικής πολυκεντρικής έρευνας με στόχο την ανάλυση των θεραπευτικών πρακτικών  στον αρχικό καρκίνο του μαστού. Αυτή η επιμέρους μελέτη, με 4.636 ασθενείς, είχε ως στόχο να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ του δείκτη σωματικής μάζας, της ελεύθερης υποτροπής επιβίωσης και της επικουρικής ορμονοθεραπείας. Απ’ αυτές τις ασθενείς συνολικά 3.759 (81,1%) είχαν έναν δείκτη μικρότερο του 30 ( μη παχύσαρκες) και 877 (18,9%) ένα δείκτη πάνω από 30 ( παχύσαρκες). Απ’ όλες τις ασθενείς, το 84% είχε ορμονοθετικούς καρκίνους. Απ’ αυτές όσες ήταν παχύσαρκες παρουσίασαν μία σημαντική μείωση της ελεύθερης υποτροπής επιβίωσης, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στις παχύσαρκες ασθενείς με όγκους αρνητικούς στους ορμονικούς υποδοχείς.   
Αξιοσημείωτη μικρότερη επιβίωση ελεύθερης υποτροπής παρατηρήθηκε και στις μετεμμηνοπαυσιακές παχύσαρκες ασθενείς σε σχέση με τις μετεμμηνοπαυσιακές αδύνατε, ενώ στις προεμμηνοπαυσιακές οι διαφορές ήταν μικρές.
Στην ομάδα των ορμονοθετικών μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με φυσιολογικό βάρος ή με μικρή αύξηση του βάρους παρατηρήθηκε μία στατιστικά μη σημαντική τάση να οφελούνται σ’ ότι αφορά την επιβίωση από τη χρήση των αναστολέων αρωματάσης, σε σχέση με την χρήση της ταμοξιφένης, ενώ οι παχύσαρκες έτειναν να ωφελούνται περισσότερο από την ταμοξιφένη.
Και αυτή η μελέτη δείχνει ότι υπάρχει μία αρνητική επίδραση στου αυξημένου δείκτη σωματικής μάζας στην έκβαση του καρκίνου του μαστού, ενώ αναδεικνύει και μία πιθανή συσχέτιση μειωμένης αποτελεσματικότητας των αναστολέων αρωματάσης στις παχύσαρκες, θέμα που πρέπει να τύχει περαιτέρω έρευνας

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Οι προεγχειρητικές τιμές CA15.3: ένας πρόσθετος προγνωστικός δείκτης.


Το καρκινικό αντιγόνο CA15-3 είναι αυξημένο στο ¼ περίπου των γυναικών με καρκίνο των μαστών αρχικών σταδίων, αλλά οι τιμές του ανιχνεύονται αυξημένες στα 2/3 των ασθενών όταν υπάρχει παρουσία μεταστατικής νόσου. Έτσι η μέτρηση αυτού του καρκινικού δείκτη δεν ενισχύει μεν τη διαγνωστική διερεύνηση, βοηθά όμως στην παρακολούθηση των ασθενών, ιδίως σ’ ότι αφορά την εμφάνιση και ανταπόκριση των μεταστάσεων, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν οστά και ήπαρ.
Στο παρελθόν έχουν δημοσιευθεί μελέτες που αναδείκυαν την προγνωστική σημασία αυτού του δείκτη σε ασθενείς με καρκίνο αρχικών σταδίων. Μία ερευνητική ομάδα από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ογκολογίας μελέτησε τις περιπτώσεις 7.942 τέτοιων ασθενών που χειρουργήθηκαν από το 1998-2001 στο συγκεκριμένο κέντρο και για τις οποίες ήταν διαθέσιμες οι προεγχειρητικές τιμές του CA15-3. Στόχος της μελέτης, η αξιολόγηση της προγνωστικής αξίας τους, αναζητώντας τους τρόπους υποτροπής της νόσου στη βάση των τιμών του CA15-3.
Η μέση τιμή του CA15-3 στο δείγμα των ασθενών ήταν 17 U/ml. Το CA15-3 συνδεόταν με την ηλικία, το μέγεθος του όγκου, τη διήθηση των λεμφαδένων, το δείκτη πολλαπλασιασμού των κυτάρων Ki-67, το βαθμό κακοήθειας, την έκφραση του HER2, τον μοριακό υποτύπο και την περιαγγειακή διήθηση. Το CA15-3 φάνηκε να σχετίζεται ως ανεξάρτητος παράγοντας με την απομακρυσμένη μετάσταση [HR > 20 U/ml vs. ≤ 20 U/ml: 1.34 (95% CI 1.15-1.56)] και τη θνησιμότητα [HR > 20 U/ml vs. ≤ 20 U/ml: 1.30 (95% CI 1.11-1.53)]. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι υπήρχε ένας σταθερός κίνδυνος για μετάσταση και θάνατο από τις μικρότερες τιμές του δείκτη ( 15-20 U/ml) και μετά ένας συνεχώς αυξανόμενος κίνδυνος με την αύξηση των τιμών του.
Με βάση τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης, που είναι από τις μεγαλύτερες σε αριθμό ασθενών και δημοσιεύθηκε αρχές Νοεμβρίου στη δικτυακή διεύθυνση του περιοδικού Breast Cancer Research and Treatment, οι ερευνητές εκτιμούν ότι όντως σε ασθενείς στις οποίες προεγχειρητικά ο δείκτης είναι αυξημένος, αυτός αποτελεί έναν ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα ύπαρξης ενός αυξημένου κινδύνου εμφάνισης υποτροπής και θανάτου και πρέπει να συνυπολογίζεται με τους άλλους γνωστους προγνωστικούς παράγοντες, όπως επίσης και να λαμβάνεται υπόψη στο σχεδιασμό της επικουρικής θεραπείας.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Οι αφανείς μεταστάσεις στους λεμφαδένες της μασχάλης δεν φαίνεται να έχουν προγνωστική αξία.


Η κατάσταση των λεμφαδένων της μασχάλης είναι ένας από τους πιο ισχυρούς προγνωστικούς δείκτες σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και έχει επιπτώσεις στην χορήγηση της επικουρικής θεραπείας. Έχει φανεί πως η πρόσθετη ιστολογική μελέτη των αδένων, με πολλαπλές τομές σε μπλοκ παραφίνης και η χρησιμοποίηση μεθόδων ανοσοϊστοχημείας, αυξάνουν τη συχνότητα ανακάλυψης αφανών ( στον προηγηθέντα έλεγχο) μεταστατικών εστιών. Η σημασία αυτών των αφανών μεταστάσεων στην κλινική εξέλιξη της νόσου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας.
Σε μία μελέτη από το MD Anderson στο Τέξας, διερευνήθηκε η κλινική πορεία 267 ασθενών που είχαν υποβληθεί σε λεμφαδενική κένωση μεταξύ των ετών 1987 και 1995, με λεμφαδένες ιστολογικά ελεύθερους μεταστάσεων και οι οποίες στη συνέχεια δεν υποβλήθηκαν σε χήμειο- ή ορμονοθεραπεία.
Οι λεμφαδένες επαναξιολογήθηκαν με περισσότερες τομές και με ανοσοϊστοχημεία. Απ’ αυτόν τον έλεγχο προέκυψε ότι σε 39 ασθενείς ( 15%) υπήρχαν μεταστατικές εστίες ( που δεν αναγνωρίστηκαν στην απλή ιστολογική εξέταση ρουτίνας – αφανείς εστίες).
Ανεξάρτητα του αν επρόκειτο για μακρομεταστάσεις( >2 χιλ), μικρομεταστάσεις ( >0,2 - <2 χιλ) ή μεμονωμένα καρκινικά κύτταρα ( <2χιλ), η ύπαρξη αυτών των μεταστάσεων δεν φάνηκε να είχε κάποια επίδραση στην ελεύθερη υποτροπής και στη συνολική επιβίωση.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Προγνωστική αξία της θετικότητας στον υποδοχέα Her2 και της αρνητικότητας στους ορμονικούς υποδοχείς σε ασθενείς με Τ1a/T1p, Ν0


Μελέτη με στόχο την αξιολόγηση των προγνωστικών παραγόντων για τοπική και απομακρυσμένη υποτροπή, σε ασθενείς που έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο μαστού Τ1a/T1p και Ν0, Μ0, με ιδιαίτερη έμφαση στον υποδοχέα Her2.
Ελέγχθηκαν 704 γυναίκες με αυτά τα χαρακτηριστικά οι οποίες αντιμετωπίστηκαν σ’ ένα κέντρο από το 2002 έως το 2008. Εξαιρέθηκαν ασθενείς με ενδοπορικό καρκίνωμα ή υποτροπή κατά την πρώτη εμφάνιση τους, όπως επίσης όσες είχαν λάβει επικουρική θεραπεία..
Συνολικά 75 από τις ασθενείς ήταν θετικές στον HER2 (10,7%). Με μέση παρακολούθηση τα 4,9 έτη,παρουσιάστηκαν 19 υποτροπές, εκ των οποίων οι 10 ήταν απομακρυσμένες. Οι ασθενείς με θετικό HER2 είχαν χειρότερη επιβίωση ελεύθερη υποτροπής από εκείνες με αρνητικό ( Hazard ratio 3,66; 95%CI o,94-14,69, P=0,45). Επίσης η αρνητικότητα σε ορμονικούς υποδοχείς συνδεόταν με μία χειρότερη επιβίωση ελεύθερη υποτροπής.
Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι γενικά οι ασθενείς με T1a/T1b,N0 έχουν ένα μικρό κίνδυνο απομακρυσμένης ή τοπικής υποτροπής. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση η νεότερη ηλικία αναδείχθηκε ως ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση υποτροπής, και δη απομακρυσμένης. Ως εκ τούτου θα πρέπει αυτές οι ασθενείς να τύχουν περισσότερης προσοχής και να ενταχθούν σε κλινικές μελέτες με αντι HER2 επικουρική θεραπεία.  
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Cancer, στις 25/10/11, στα Early View( Online version of record published before inclusion in an issue) http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/cncr.26647/abstract

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Χειρότερη η πρόγνωση των παχύσαρκων.

Η παχυσαρκία είναι ένα θέμα που έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των ερευνητών, τόσο για τη μεγάλη αναλογία του πληθυσμού που είναι παχύσαρκοι, όσο και για τον διαφαινόμενο ρόλο της ως παράγοντα κινδύνου και πρόγνωσης.
Σε μία πολυκεντρική μελέτη στην Αμερική αναζήτησαν τη σχέση παχυσαρκίας και επιβίωσης σε λευκές και μαύρες γυναίκες. Οι ερευνητές παρακολούθησαν 4.358 γυναίκες (1.604 μαύρες και 2,934 λευκές) ηλικίας μεταξύ 35 έως 64 ετών που διαγνώστηκαν με διηθητικό καρκίνο μεταξύ των ετών 1994 και 1998. Διαπίστωσαν ότι οι παχύσαρκες είχαν μεγαλύτερο ρίσκο συνολικής αλλά και ειδικής από καρκίνο του μαστού θνησιμότητα, αλλά αυτό ίσχυε μόνο για τις λευκές και όχι για τις μαύρης επιδερμίδας ασθενείς. ( Ως παρεπόμενος συλλογισμός προκύπτει ότι πιθανόν δεν είναι  η παχυσαρκία υπαίτιος της ανισότητας στην επιβίωση που υφίσταται εις βάρος των μαύρων γυναικών στις ΗΠΑ).
Obesity and Survival Among Black Women and White Women 35 to 64 Years of Age at Diagnosis With Invasive Breast Cancer ( προδημοσίευση. Περίληψη. Πλήρες άρθρο απαιτεί πληρωμή)

Η Βισφατίνη είναι προγνωστικός παράγοντας.

H βισφατίνη είναι μία από τις λιγότερο μελετημένες λιποκίνες ( κυτοκίνες που εκκρίνονται από τα λιποκύτταρα). Έχει ρόλο διαμεσολαβητή στη φλεγμονή και έχει ανευρεθεί στις αθηρωματώδεις πλάκες των αγγείων και ο ρόλος της στην ινσουλινοαντοχή είναι υπό διερεύνηση. ( Για τη σχέση της με το καρδιαγγειακό σύστημα ενημερωτικό είναι το άρθρο στη διεύθυνση http://www.hypertasi.gr/el/journals/ahj/ahj17p70.pdf.)
Σ΄ότι αφορά τον καρκίνο του μαστού, μία πρόσφατη μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα πως υψηλή έκφραση αυτής της λιποκίνης στον ιστό καρκίνου του μαστού σχετίζεται με μία πιο επιθετική συμπεριφορά του όγκου και με μικρότερη επιβίωση των ασθενών. Φαίνεται η βισφατίνη να είναι ένας ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας.
High visfatin expression in breast cancer tissue is associated with a poor survival ( Περίληψη. Προδημοσίευση. Για το πλήρες άρθρο ζητείται συνδρομή ή πληρωμή)