Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάγνωση- Βιοψία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάγνωση- Βιοψία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Απριλίου 2013


Περιπτώσεις ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων υπερηχογραφήματος και παρακέντησης δια λεπτής βελόνης  μασχαλιαίων λεμφαδένων σε ασθενείς με διηθητικό πορογενές αδενοκαρκίνωμα μαστού 
Οι ερευνητές Park SH, Kim EK, Park BW, Kim SI, Moon HJ, Kim MJ., από το Τμήμα Ερευνητικής Ακτινολογίας της Ιατρικής Σχολής της Σεούλ, διερεύνησαν την πιθανότητα ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος σε υπερηχογραφικό έλεγχο και παρακέντηση δια λεπτής βελόνης μασχαλιαίων λεμφαδένων σε ασθενείς που έπασχαν από διηθητικό πορογενές καρκίνωμα του μαστού. Οι ερευνητές ανέλυσαν 317 περιστατικά πορογενούς αδενοκαρκινώματος του μαστού. Από αυτά, τα 237 περιστατικά, μετά υπερηχογραφικό έλεγχο ή και παρακέντηση δια λεπτής βελόνης, δεν παρουσίαζαν λεμφαδενικές μεταστάσεις στους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Από την ιστολογική εξέταση των μασχαλιαίων λεμφαδένων που εξαιρέθηκαν κατά τον συνοδό λεμφαδενικό καθαρισμό, προέκυψε ότι το ποσοστό ψευδώς αρνητικών προεγχειρητικών αποτελεσμάτων του απεικονιστικού και κυτταρολογικού ελέγχου ανερχόταν σε  42,4%. Τα περιστατικά καρκίνου μαστού με ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα παρουσίαζαν θετική συσχέτιση με την θετική έκφραση οιστρογονικών και προγεστερονικών υποδοχέων καθώς επίσης και με την παρουσία λεμφαγγειακής διήθησης. Επίσης τα περισσότερα περιστατικά αφορούσαν σε καρκίνους σταδίου  Τ2 ή και υψηλότερου.   Συμπερασματικά, περισσότερα από τα μισά περιστατικά με ψευδώς αρνητικό προεγχειρητικό έλεγχο μασχαλιαίων λεμφαδένων, παρουσίαζαν τελικά μεταστατική διήθηση μόνο ενός λεμφαδένα. Η λεμφαγγειακή διήθηση και το υψηλό στάδιο της νόσου αποτελούν τους πιο σημαντικούς επιβαρυντικούς παράγοντες για την μη ανίχνευση μεταστατικής διήθησης μασχαλιαίων λεμφαδένων, σε ασθενείς που πάσχουν από διηθητικό καρκίνο μαστού.     
                                                                                                             

Σάββατο 13 Απριλίου 2013


Αναδρομική μελέτη 300 βλαβών σε 274 γυναίκες.

Η συμφωνία μεταξύ βιοψίας με ευρύστομη βελόνα και ιστολογικής για τον βαθμό κακοήθειας ήταν 69%. Ανάλογα με το βαθμό κακοήθειας η συμφωνία έφτανε το 86% για υψηλού βαθμού κακοήθειας (ΙΙΙ), 66% για βαθμό κακοήθειας ΙΙ και 55% για βαθμό κακοήθειας Ι. Η βιοψία με ευρύστομη βελόνα υποτίμησε τον βαθμό κακοήθειας στο 24% (70/286) και τον υπερτίμησε στο 7% (20/286) των βλαβών. Η διαφορά δεν ήταν μεγαλύτερη του ενός βαθμού. Οι μεγαλύτεροι όγκοι ήταν πιο πιθανοί να υποεκτιμηθούν παρά να υπερεκτιμηθούν.

Συνολικά εκτιμάται ότι η βιοψία με ευρύστομη βελόνα προσδιορίζει με ακρίβεια τις βλάβες υψηλού βαθμού κακοήθειας, ενώ κάτι τέτοιο συμβαίνε με μικρότερη επιτυχία στις χαμηλού βαθμού κακοήθειες.

Οι μεγάλοι όγκοι είναι πιο δύσκολο να κατηγοριοποιηθούν με ακρίβεια

Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες που συχνά δημοσιεύονται ή ανακοινώνονται διεθνώς συνιστούν τις ελάχιστα επεμβατικές βιοψίες ως τις πλέον ενδεδειγμένες για τη διάγνωση των βλαβών στον μαστό.
Η συγκεκριμένη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Τέξας έδειξε ότι την περίοδο 2000 - 2008 σε 67.582 γυναίκες άνω των 66 ετών πραγματοποιήθηκαν 75.518 βιοψίες. Εξ' αυτών το 65,8% η αρχική βιοψία έγινε με ελάχιστα επεμβατική μέθοδο. Το 70,3% αυτών των βιοψιών τις πραγματοποίησαν ακτινολόγοι και το 26,2% χειρουργοί. Το 94,2% των ανοικτών βιοψιών πραγματοποιήθηκε από χειρουργούς.
Λιγότερες ελάχιστες επεμβατικές βιοψίες πραγματοποιήθηκαν στις ισπανόφωνες και στις μαύρου χρώματος γυναίκες.
Περισσότερες πιθανότητες να υποβληθούν σε ελάχιστα επεμβατικές βιοψίες είχαν όσες γυναίκες ζούσαν σε αστικές περιοχές και είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο.
Η χρήση των ελάχιστα επεμβατικών βιοψιών αυξήθηκε από 44,4% το 2001 στο 79,1% το 2008.
Παρ' όλη την αυξανόμενη συχνότητα χρήσης τέτοιων μεθόδων βιοψία, οι συγγραφείς εκτιμούν ότι τα ποσοστά είναι χαμηλότερα απ' αυτά που θα έπρεπε και συνιστούν να αναγνωριστούν και να παραμεριστούν τα εμπόδια διάδοσης τους σε περιοχές που παρουσιάζουν μικρότερη χρήση τους.
Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά αρνητική στο βαθμό που αυτές οι ελάχιστα επεμβατικές βιοψίες αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στην καθημερινή πρακτική.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Κάλεσμα για αλλαγή του τρόπου χειρισμού των καρκινικών ιστών από ερευνητές του Scripps
Γιατροί της Scripps Clinic έγραψαν στο τεύχος του περιοδικού JAMA αυτής της εβδομάδας ότι οι κλασικές μέθοδοι χειρισμών των παρασκευασμάτων απειλούν να επιβραδύνουν τα οφέλη της χρήσης γενετικών ακολουθιών για τη διάγνωση και αντιμετώπιση του καρκίνου. Η τακτική ψύξη του ιστού διαφυλάσσει τον γενετικό κώδικα, ενώ παράλληλα τον διατηρεί για μελλοντικές αναλύσεις. 

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Επέμβαση σε βιοψία θηλώματος από CNB

Να γίνεται επέμβαση όταν διαπιστώνεται θήλωμα στην βιοψία μετά από παρακέντηση με ευρύστομη βελόνα (CBB) υπό MRI καθοδήγηση.
Αν στην ιστολογική εξέταση υλικού που αποκτήθηκε από παρακέντηση με ευρύστομη βελόνα υπό την καθοδήγηση μαγνητικού τομογράφου διαπιστωθεί θήλωμα, κάτι που στην συγκεκριμένη μελέτη που περιέλαβε 1.487 παρακεντήσεις, συνέβαινε στο 5% των περιπτώσεων, τότε θα πρέπει να ακολουθεί χειρουργική επέμβαση, γιατί συνολικά διαπιστώθηκε στην κανονική, μετά το χειρουργείο, ιστολογική εξέταση ότι στο 5% αυτών των περιπτώσεων συνυπήρχε και πορογενές μη διηθητικό καρκίνωμα(DCIS). Το ποσοστό των DCIS ήταν υψηλότερο (9%) όταν η διάγνωση από την ευρύστομη βελόνα ήταν θήλωμα με ατυπία.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Προσδιορισμός υποδοχέων σε βιοψία με ευρύστομη βελόνα.

"Η αξιοπιστία του προσδιορισμού των οιστρογονικών και HER2 υποδοχέων στη βιοψία ευρύστομης βελόνας (CNB)".
Η συμφωνία στα αποτελέσματα για οιστογονικούς και HER2 υποδοχείς ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στις εξετάσεις που έγιναν σε ιστοτεμάχια που αποκτήθηκαν με παρακέντηση από ευρύστομη βελόνα και στους όγκους που εξαιρέθηκαν χειρουργικά. Παρόλα αυτά, οι συγγραφείς της μελέτης από την Ολλανδία, συστήνουν να επανελέγχονται τα αποτελέσματα που στην CNB έδειξαν αρνητικά αποτελέσματα για τους οιστρογονικούς υποδοχείς. Όταν στον ανοσοϊστοχημικό έλεγχο για HER2 του δείγματος από την CNB προκύπτει αποτέλεσμα 3+ πρέπει στην χειρουργική βιοψία να γίνονται in stu hybridization εξετάσεις.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Η αξιοπιστία της βιοψίας με ευρύστομη βελόνα ( βιοψία πυρήνα - Core needle biopsy) στον προσδιορισμό των υποδοχέων οιστρογόνων και HER2.

Η συμφωνία μεταξύ CNB και χειρουργικού ιστοτεμαχίου ήταν στην συγκεκριμένη μελέτη υψηλή τόσο για τον έλεγχο των οιστρογονικών (ER) όσο και των υποδοχέων για το HER2. Παρόλα αυτά, οι συγγραφείς συνιστούν να επανεξετάζονται στο χειρουργικό ιστικό δείγμα τα αποτελέσματα για ER-αρνητικό όγκο στην CNB και να γίνεται in stu hybridization εξετάσεις όταν στον σε ανοσοϊστοχημικό έλεγχο του HER2 στο δείγμα από την CNB προκύπτει αποτέλεσμα 3+.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Ένα τροποποιημένο τριπλό τεστ για ψηλαφητές αλλοιώσεις μαστού: H αξία του υπερήχου και της βιοψίας με ευρύστομη βελόνα (βιοψία πυρήνα – core needle biopsy)

Annals of Surgical Oncology   11/20/2012
Η προσθήκη της υπερηχογραφικής εξέτασηςή/ και του αποτελέσματος της βιοψίας με ευρύστομη βελόνα προσθέτουν ελάχιστα στην ακρίβεια ή την προγνωστική αξία της κλίμακας αξιολόγησης με βάση το κλασικό τριπλό τεστ ( κλινική εξέταση, απεικονιστικός έλεγχος και κυτταρολογική μετά από παρακέντηση με λεπτή βελόνα).

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Πρέπει να γίνεται προεγχειρητικός υπερηχογραφικός έλεγχος σε ασθενείς με διαγνωσμένο πορογενές μη διηθητικό αδενοCa;

Από τον Σταύρο Αρχοντάκη
Οι Ansari B, Boughey JC, Adamczyk DL, Degnim AC, Jakub JW, Morton MJ.από τη χειρουργική Κλινική Mayo των ΗΠΑ, αξιολόγησαν σε μελέτη τους τη χρησιμότητα του προεγχειρητικού υπερηχογραφικού ελέγχου σε  ασθενείς με διαγνωσμένο πορογενές αδενοCa μαστού in situ. Η διάγνωση στους ασθενείς είχε τεθεί σε προηγούμενο στάδιο με  μικροβιοψία (core biopsy. Για το σκοπό της μελέτης ανασκοπήθηκαν τα αποτελέσματα του προεγχειρητικού υπερηχογραφικού ελέγχου των μασχαλιαίων λεμφαδένων, των παρακεντήσεων δια λεπτής βελόνης και του ιστολογικού ελέγχου των φρουρών λεμφαδένων. Συνολικά 82 γυναίκες ασθενείς με διαγνωσμένο πορογενές αδενοCa μαστού in situ υποβλήθηκαν σε προεγχειρητικό υπερηχογραφικό έλεγχο της σύστοιχης μασχαλιαίας χώρας.  Με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης ο υπερηχογραφικός έλεγχος και η FNA των μασχαλιαίων λεμφαδένων πριν την επέμβαση δεν προκάλεσε ουδεμία μεταβολή όσον αφορά τον περαιτέρω χειρισμό των ανωτέρω ιατρικών περιστατικών. Σε γυναίκες ασθενείς με διαγνωσμένο πορογενές αδενοCa μαστού in situ, η ανίχνευση μεταστατικών εστιών σε λεμφαδένες της σύστοιχης μασχαλιαίας χώρας είναι σπάνιο εύρημα και πολύ δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί με τη βοήθεια υπερηχογραφικών μεθόδων.  



Μια αναλυτική σύγκριση των αποτελεσμάτων της παρακέντησης δια λεπτής βελόνης και της μικροβιοψίας (core biopsy) σε ψηλαφητές αλλοιώσεις του μαστού.

Από τον Σταύρο Αρχοντάκη
Οι Nagar S, Iacco A, Riggs T, Kestenberg W, Keidan R., από τη Χειρουργική Κλινική του Νοσηλευτικού Ιδρύματος William Beaumont Hospital των ΗΠΑ, συνέκριναν τη διαγνωστική αξία και τις οικονομικές παραμέτρους της χρήσης FNA και μικροβιοψίας (CNB) σε ψηλαφητές αλλοιώσεις του μαστού. Πιο συγκεκριμένα, και δεδομένης της τάσης ολοένα και ευρύτερης χρήσης της μικροβιοψίας, επιχειρήθηκε να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η FNA έχει συγκρίσιμη προγνωστική αξία σε σχέση με την CNB και στο αν η FNA είναι περισσότερο οικονομικά επωφελής. Για το σκοπό της μελέτης ανασκοπήθηκαν 162 περιπτώσεις ασθενών που υποβλήθηκαν σε FNA ή CNB για ψηλαφητές μάζες στο μαστό, οι οποίες στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε ιστολογικό έλεγχο. Ψευδώς θετικά ή ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα δεν βρέθηκαν σε καμία από τις δύο υποομάδες ασθενών. Η ειδικότητα, ευαισθησία και θετική προγνωστική αξία της FNA ήταν  89%, 98% και 94%, αντίστοιχα. Η ειδικότητα, ευαισθησία και θετική προγνωστική αξία της CNB ήταν 100%, 90%, and 93%, αντίστοιχα. Το κόστος διενέργειας μιας FNA υπολογίστηκε σε $166.34, ενώ το αντίστοιχο κόστος διενέργειας μιας CNB υπολογίστηκε σε $477.92. Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η FNA και η CNB έχουν συγκρίσιμη προγνωστική αξία , ενώ η FNA είναι περισσότερο επωφελής από οικονομικής άποψης.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Μελέτη για την αξία της διενέργειας ταχείας κυτταρολογικής εξέτασης σε αφαιρεθέντα φρουρό λεμφαδένα.


Picture
Από τον Στάυρο Αρχοντάκη

Οι Richards AD, Lakhani SR, James DT, Ung OA. από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Queensland , στην Αυστραλία μελέτησαν την αξία διενέργειας ταχείας κυτταρολογικής εξέτασης σε φρουρούς λεμφαδένες στον καρκίνο του μαστού, με σκοπό να προσδιορίσουν αν η κυτταρολογική εξέταση επιχρισμάτων από φρουρούς λεμφαδένες μπορεί να αποδώσει αξιόπιστα αποτελέσματα, μειώνοντας το κόστος των πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων, την καθυστέρηση εφαρμογής της πιο ενδεδειγμένης θεραπευτικής προσέγγισης και την ταλαιπωρία των ασθενών που χειρουργούνται για καρκίνο μαστού. Στην έρευνα διενεργήθηκαν 134 ταχείες διεγχειρητικές κυτταρολογικές εξετάσεις επιχρισμάτων που λήφθηκαν από φρουρούς λεμφαδένες, οι οποίοι σε δεύτερο χρόνο υποβλήθηκαν σε ιστολογική εξέταση. Σύμφωνα με την έρευνα, η ευαισθησία της ταχείας κυτταρολογικής εξέτασης των φρουρών λεμφαδένων για την ανίχνευση μεταστάσεων ήταν 23%, η ειδικότητα 100% και η διαγνωστική ακρίβεια 76,1%. Η ευαισθησία της μεθόδου για την ανίχνευση μακρομεταστάσεων σε φρουρούς λεμφαδένες ήταν 34,5 %, η ειδικότητα 100% και η διαγνωστική ακρίβεια 78,4 %. Συνολικά από την εφαρμογή της μεθόδου, εντοπίστηκαν 10 ασθενείς με μακρομετάσταση (που δεν χρειάστηκε να υποβληθούν σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για τον λεμφαδενικό καθαρισμό). Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι ότι η τεχνική της ταχείας κυτταρολογικής εξέτασης σε επιχρίσματα από φρουρούς λεμφαδένες είναι επωφελής και οικονομική και επομένως είναι καλό είναι να τύχει ευρύτερης αποδοχής και χρήσης.


Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο ANZ Journal of Surgery

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Πότε να γίνεται βιοψία για να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά μιας μεταστατικής υποτροπής σε καρκίνο του μαστού.

Σήμερα η διάγνωση του μεταστατικού καρκίνου του μαστού συνήθως βασίζεται σε ακτινολογικά ευρήματα και οι θεραπευτικές αποφάσεις λαμβάνονται παίρνοντας υπ’ όψιν τα ιστολογικά χαρακτηριστικά και τους προβλεπτικούς παράγοντες του αρχικού όγκου. Όμως, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι τα χαρακτηριστικά του όγκου, περιλαμβανομένων των υποδοχέων  οιστρογόνου και του HER2 δεν είναι σταθερά με την πάροδο του χρόνου και την πρόοδο του όγκου.
Διάφορες αναδρομικές μελέτες και πρόσφατα δύο προοπτικές μελέτες διερεύνησαν τις διαφορές στην κατάσταση των ορμονικών υποδοχέων μεταξύ των πρωτοπαθών όγκων και των αντίστοιχων μεταστάσεών τους σε ένα σύνολο 1.773 ασθενών (για τους οιστρογονικούς υποδοχείς) και σε 2.845 ασθενείς (για Her2).
Αλλαγές στους οιστρογονικούς υποδοχείς και στο Her2 σε αυτές τις μελέτες ποίκιλαν από 14,5 έως το 40% και από 0 στο 37,5% αντίστοιχα.
Στις δύο προοπτικές μελέτες μία διαφορετική διάγνωση, συνήθως καλοήθεια διαπιστώθηκε στο 3 και 9% των περιπτώσεων και η βιοψία οδήγησε σε διαφοροποίηση της θεραπείας σε περίπου 1 στις 7 ασθενείς.
Σε αυτό το άρθρο γίνεται ανασκόπηση και συζήτηση των σύγχρονων δεδομένων και παρέχονται συστάσεις μας για το πότε θα πρέπει να γίνεται μια βιοψία για μετάσταση.
Στο ερώτημα πότε θα πρέπει να γίνεται βιοψία όταν υπάρχει υποψία υποτροπής καρκίνου του μαστού, οι συστάσεις που δίνουν οι συγγραφείς είναι οι ακόλουθες:

« Τα υπάρχοντα δεδομένα είναι εντόνως ενδεικτικά για τη χρησιμότητα της  βιοψίας της μεταστατικής βλάβης σε όλες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία υποτροπής της νόσου. Η βιοψία είναι υποχρεωτική όταν στον απεικονιστικό έλεγχο αναγνωρίζεται μία μοναδική εστία υποτροπής, όπως επίσης και όταν η ασθενής έχει ιστορικό εμφάνισης περισσοτέρων του ενός καρκίνου και γενικά όταν υπάρχει μεγάλη υποψία για διαφορετική διάγνωση. Πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια να επιτευχθεί ιστολογική επιβεβαίωση και συνάμα εκτίμηση της κατάστασης των ορμονικών υποδοχέων, όποτε αυτό είναι δυνατό.
Οι ασθενείς ή τα δείγματα θα πρέπει να παραπέμπονται ή να αναλύονται σε κέντρα με εμπειρία στο να φέρνουν εις πέρας τέτοιες βιοψίες  και τα οποία διαθέτουν δυνατότητες για καθοδηγούμενη με απεικονιστική βοήθεια βιοψίας, όταν αυτό είναι απαραίτητο.
Η περιοχή της μετάστασης, όπου θα γίνει η βιοψία θα πρέπει να επιλέγεται λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ευκολία πρόσβασης, το χαμηλό κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών και την εμφάνιση ενός ζωντανού/ αυξανόμενου όγκου στις ακτινολογικές εξετάσεις.
Τις βιοψίες από σκελετικές βλάβες θα πρέπει να τις χειρισθούμε με πολύ περίσκεψη, οι διαδικασίες αποασβεστοποίησης είναι πολύ πιθανό να καταστρέψουν την πιθανότητα προσδιορισμού των ορμονικών υποδοχέων με αναοσοϊστοχημεία. Η κυτταρολογική εξέταση πιθανόν υπερτερεί ως μέθοδος σε αυτή την περίπτωση.
Είναι επίσης σημαντικό να μην σταθεροποιείται το κυτταρολογικό υλικό σε οινόπνευμα, αλλά να στεγνώνεται στο αέρα και να  σταθεροποιείται με φορμαλίνη.
Η βιοψία θα πρέπει να αποφεύγεται όταν δεν είναι ασφαλής και όταν τα αποτελέσματα δεν αναμένεται να αλλάξουν τη θεραπεία.»

Ελεύθερη πρόσβαση σε όλο το άρθρο: http://annonc.oxfordjournals.org/content/23/suppl_10/x349.full

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Τι προσδιορίζει την ακρίβεια και ποιες οι μελλοντικές εφαρμογές του προεγχειρητικού υπερηχογραφήματος και της FNAB στη διάγνωση λεμφαδενικών μεταστάσεων στη μασχάλη;

Σταδιακά οι εκτεταμένες εγχειρητικές παρεμβάσεις στη μασχάλη εγκαταλείπονται. Ακόμα και η θετικότητα του φρουρού λεμφαδένα φαίνεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις να μην καθιστά υποχρεωτικό τον λεμφαδενικό καθαρισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι λιγότερες επεμβατικές μέθοδοι που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για την ύπαρξη ή όχι μετάστασης στους μασχαλιαίους λεμφαδένες γίνονται περισσότερο ελκυστικές. 

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 235 ασθενείς με καρκίνο μαστού αρχικών σταδίων, οι οποίες υποβλήθηκαν σε υπερηχογράφημα μασχάλης, κυτταρολογική εξέταση υλικού από παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNAB) και στη συνέχεια σε κένωση μασχάλης. Διαπιστώθηκε πως το 36% εξ’ αυτών είχε θετικούς λεμφαδένες. Η ευαισθησία και η ειδικότητα του υπερηχογραφικού ελέγχου ήταν της τάξεως του 55 και 88% αντίστοιχα. Παράγοντες που αύξαναν την πιθανότητα  παθολογικών ευρημάτων στο υπερηχογράφημα ήταν το μέγεθος της μετάστασης, η κατάσταση των οιστρογονικών υποδοχέων και του Her2, ο βαθμός κακοήθειας του όγκου και η παρουσία λεμφαγγειακής διήθησης. Η συναξιολόγηση με τα αποτελέσματα από την FNAB αύξησε την ευαισθησία και την ειδικότητα στο 69 και στο 100% αντίστοιχα, ενώ ο συνδυασμός των δύο μεθόδων έδωσε θετική και αρνητική προγνωστική αξία της τάξεως του 100 και 54% αντίστοιχα. Συνολικά από τις ασθενείς με λεμφαδενικές μεταστάσεις, θετική εικόνα στην κυτταρολογική εξέταση έδωσε το 10%. Αυτές οι περιπτώσεις δεν είχαν μεταστάσεις σε περισσότερους λεμφαδένες ή μια μεγαλύτερη αναλογία εξωαδενικής μακροσκοπικής νόσου συγκριτικά με ασθενείς που δεν υποβλήθηκαν σε FNAB.

Οι συγγραφείς του άρθρου, που δημοσιεύθηκε στο Ann Surg Oncol καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι στη σειρά των ασθενών τους το υπερηχογράφημα της μασχάλης και η FNAB είχαν μία ακρίβεια μεγαλύτερη του 70%. Η ευκολία πραγματοποίησης τους μπορεί να βοηθήσει στο να αποφευχθεί μια πιθανόν μη χρήσιμη βιοψία του φρουρού λεμφαδένα σε ένα σημαντικό αριθμό ασθενών.

Ιστολογική σε πραγματικό χρόνο για την καθοδήγηση της χειρουργικής του μαστού: μόνο το κοίταγμα δεν είναι πίστη.

Η εξέταση των χαρακτηριστικών του ιστού με την ελαστική φασματοσκοπία οπτικής σκέδασης * μπορεί να αποτελέσει μία προτιμητέα εναλλακτική επιλογή στην ταχεία βιοψία ή στην κυτταρολογική αποτυπώματος, για την διεγχειρητική αξιολόγηση των ορίων εκτομής κατά τη διάρκεια επεμβάσεων στο μαστό. 
Clinical Cancer Research   10/11/2012

" Iστολογική σε πραγματικό χρόνο για την καθοδήγηση της χειρουργικής του μαστού: μόνο  το κοίταγμα δεν είναι πίστη". 

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Οι προεγχειρητικές βιοψίες με ευρύστομη βελόνα μπορεί να οδηγήσουν σε βελτιωμένα θεραπευτικά αποτελέσματα.


Οι γυναίκες που έχουν καρκίνο του μαστού έχουν τώρα ένα παραπάνω λόγο να διαγιγνώσκονται με βιοψία δια βελόνης αντί για την κλασική ανοικτή βιοψία, Εκτός από την αποφυγή των κινδύνων και των ενοχλήσεων της ανοικτής επέμβασης, οι βιοψίες δια βελόνης μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα σύμφωνα με τα ευρήματα από μίας νέας μελέτης
[ Τεύχος του Οκτωβρίου 2012, Journal of the American College of Surgeons, « Οι προεγχειρητικές βιοψίες με ευρύστομη βελόνα μπορεί να οδηγήσουν σε βελτιωμένα θεραπευτικά αποτελέσματα.» ]

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Οι θηλώδεις βλάβες που διαγνώστηκαν με βιοψία ευρύστομης βελόνης πρέπει να αφαιρούνται πλήρως.


Η χειρουργική εξαίρεση των θηλώδους τύπου αλλοιώσεων του μαστού που συνοδεύονται με ατυπία και διαγνώστηκαν αρχικά από βιοψία με ευρύστομη βελόνα ( Core Needle Biopsy -CNB) είναι μία αποδεκτή πρακτική. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των καλοηθών θηλωδών βλαβών, χωρίς ατυπία, είναι αμφιλεγόμενη. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογήσει την έκβαση της χειρουργικής επέμβασης στις καλοήθεις θηλώδεις βλάβες που έχουν διαγνωστεί από καθοδηγούμενη με υπερηχογράφημα βιοψία με ευρύστομη βελόνα 14-gauge, και να θεσπίσει σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την αντιμετώπιση αυτών των βλαβών.
Εντοπίστηκαν αναδρομικά 268 καλοήθεις θηλώδεις βλάβες του μαστού συμπεριλαμβανομένων και 65 με ατυπίες, που είχαν διαγνωστεί με CNB και στη συνέχεια οι 250 υποβλήθηκαν σε χειρουργική εξαίρεση στην κλινική των συγγραφέων του άρθρου μεταξύ Ιουλίου 2004 και Οκτωβρίου 2010. Για κάθε βλάβη, ανασκοπήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα σχετικά ιατρικά αρχεία και οι ακτινολογικές και ιστολογικές εκθέσεις. Επίσης συγκρίθηκε η ιστολογική διαφοροποίηση ( αναβάθμιση σε κακοήθεια) μεταξύ των συλλεγέντων δειγμάτων.
Στις ιστολογική εξέταση μετά από χειρουργική εκτομή, 15,4% άτυπες θηλώδεις βλάβες και 5,9% καλοήθεις θηλώδεις βλάβες «αναβαθμίστηκαν» σε κακοήθεια και 20,2% καλοήθεις βλάβες «αναβαθμίστηκαν» ως άτυπες. Η ατυπία σχετιζόταν σε σημαντικό βαθμό με κακοήθη αναβάθμιση στην εξέταση του τεμαχίου της εκτομής. Δεν υπήρξε κλινική ή ακτινολογική μεταβλητή που να ήταν χρήσιμη για την πρόβλεψη της δυνατότητας αναβάθμισης της ιστολογικής CNB-διάγνωσης των καλοήθων θηλωδών βλαβών.
Στο συμπέρασμα τους οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι καλοήθεις θηλώδεις βλάβες που διαγνώστηκαν με CNB έδειξαν ένα απαράδεκτα υψηλό ποσοστό ιστολογικής αναβάθμισης μετά την εκτομή. Συνεπώς, η χειρουργική εκτομή θα πρέπει να γίνεται για όλες τις θηλώδεις αλλοιώσεις του μαστού ώστε να υπάρξει οριστική διάγνωση.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Βλάβη που ανιχνεύθηκε στη μαγνητική τομογραφία και η βιοψία της έγινε με υπερηχογραφική καθοδήγηση. Πως ελέγχεται η ταύτιση των δύο ευρημάτων και το ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα;


Δύο σχετικές με το θέμα μελέτες δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό American Journal of Roentgenology
Η πρώτη, από το Memorial Sloan-Kettering Cancer Center, ανασκόπησε  σχετικές δημοσιευμένες εμπειρίες και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η απεικονιστικά- καθοδηγούμενη βιοψία με τη χρήση μαγνητικής τομογραφίας ή υπερήχων για βλάβες που έχουν ανιχνευθεί με μαγνητική τομογραφία μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα τα οποία να μην εκτιμηθούν ως τέτοια κατά τον χρόνο της βιοψίας. Προτείνουν δε ως κατάλληλη στρατηγική τον επανέλεγχο με μαγνητική τομογραφία μετά από ένα εξάμηνο, θεωρώντας ότι αυτό το χρονικό διάστημα είναι το πλέον κατάλληλο, καθώς επιτρέπει να αναγνωριστούν βλάβες που χάθηκαν στην βιοψία, χωρίς αυτή η καθυστέρηση να είναι κλινικά σημαντική σε περίπτωση κακοήθειας.

Σ’ ένα δεύτερο άρθρο στο ίδιο περιοδικό, για να μην υπάρχει η 6μηνος αναμονή του επανελέγχου, προτείνεται ως ταχεία και αποτελεσματική μέθοδος επαλήθευσης της ταύτισης του ευρήματος της μαγνητικής τομογραφίας και του υπερήχου, στις περιπτώσεις βλαβών που ανιχνεύθηκαν με μαγνητική αλλά υποβλήθηκαν σε βιοψία με την βοήθεια του υπερηχογράφου, να πραγματοποιηθεί την ίδια ημέρα, αμέσως μετά τη διαδερμική βιοψία, μία ειδική λήψη (unenhanced T1-weighted non–fat-saturated pulse sequence). Η διάρκεια της εξέτασης είναι μικρότερη από 4 λεπτά. Οι μετά τη βιοψία αλλοιώσεις και το κλιπ της βιοψίας φαίνονται εύκολα και μπορεί να βοηθήσουν στην εξακρίβωση της ταύτισης μεταξύ της βλάβης που ανιχνεύθηκε με μαγνητική και εκείνης που εντόπισε ο υπέρηχος.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Η αντιμετώπιση των ψηλαφητών, αλλά απεικονιστικά αφανών ανωμαλιών στο μαστό.


Σκοπός της μελέτης,  που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Acta Cytologica ήταν να εξετάσει την χρησιμότητα της κυτταρολογικής εξέτασης από υλικό που αποκτήθηκε με καθοδηγούμενη ψηλαφητικά παρακέντηση με λεπτή βελόνα (palpation-guided fine-needle aspiration cytology -pgFNAC) κλινικά εμφανών, αλλλά απεικονιστικά αφανών, ανωμαλιών στο μαζικό παρέγχυμα, στην σημερινή εποχή της ψηφιακής μαστογραφίας και των υπερηχογράφων υψηλής ευαισθησίας. 
Οι συγγραφείς της μελέτης, βασισμένοι στα αποτελέσματα επί 142 περιπτώσεων,  καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε ασθενείς που παρουσιάζονται με κλινικά ψηλαφητή αλλά απεικονιστικά μη ορατή ανωμαλία στο μαστό, η pgFNAC μπορεί να αναγνωρίσει εκείνες που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση ή εκείνες που μπορεί με ασφάλεια να αφεθούν χωρίς αυτή.

Συνήθως την αρθρογραφία απασχολεί  το αντίθετο: οι κλινικά αφανείς, αλλά απεικονιστικά ορατές βλάβες. Η συγκεκριμένη μελέτη επιβεβαιώνει την αξία του τριπλού τεστ για την διάγνωστική διαδικασία και τη σύσταση πως αν μία από τις συνιστώσες του τεστ έχει θετικό ή ύποπτο εύρημα η διερεύνηση πρέπει να συνεχίζεται. Όμως, καθώς,  είναι συχνό το φαινόμενο των ψηλαφητών αλλοιώσεων του μαστού που δεν έχουν σοβαρή παθολογία, η κυτταρολογική διερεύνηση αποτελεί μία εξασφάλιση για τον εξεταστή, ο οποίος καλό είναι να επιδιώξει μία επανεξέταση μετά από λίγους μήνες για να ελέγξει την εξέλιξη του ψηλαφητικού ευρήματος.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Μία μετα-aνάλυση για την ακρίβεια της αξιολόγησης των ορμονικών υποδοχέων στη βιοψία με ευρύστομη βελόνα.

Η συμφωνία της κατάστασης των ορμονικών υποδοχέων (HR) όπως προσδιορίστηκε από  βιοψία με βελόνη του πυρήνα της βλάβης ( βιοψία με ευρύστομη βελόνη -CNB), σε σύγκριση με την αντίστοιχη που προέκυψε από ανοικτή βιοψία (ΕΒ) έχει ευρέως μελετηθεί, αλλά τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά ασταθή και μικρής ισχύος. Με στόχο μια πιο ακριβή εκτίμηση της ακρίβειας της αξιολόγησης που επιτυγχάνειη CNB στους ορμονικούς υποδοχείς στον καρκίνο του μαστού, ομάδα ερευνητών προχώρησε σε μία μετα-ανάλυση όλων των επιλέξιμων μελετών που συνέκριναν τη σύμπτωση ή τη διαφοροποίηση μεταξύ CNB και ΕΒ για την κατάσταση των ορμονικών υποδοχέων.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Breast Cancer Research and Treatment.
Assessment accuracy of core needle biopsy for hormone receptors in breast cancer: a meta-analysis
Shichao Li, Xinhua Yang, Yi Zhang, Linjun Fan, Fan Zhang, Li Chen, Yan Zhou, Xianchun Chen and Jun Jiang

Συμπερασματικά οι συγγραφείς τονίζουν ότι αν και διαπιστώθηκε  μία καλή συμφωνία μεταξύ  CNB και ανοικτής βιοψίας τόσο για τους οιστρογονικούς όσο και για τους προγεστερονικούς υποδοχείς , συνεχίζουν να συστήνουν πως αν προκύψουν αρνητικές εξετάσεις για ορμονικούς υποδοχείς θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή ή να επαναλαμβάνονται σε ανοικτή βιοψία. 

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Χαμένες ευκαιρίες: Κλινικά πρωθύστερα του τοπικά προχωρημένου καρκίνου του μαστού.

Με βάση την ανάλυση στοιχείων από  ασθενείς που εντόπισαν με προχωρημένο και αρχικό καρκίνο του μαστού μεταξύ των ετών 2005 και 2009 στο Kings County Hospital (KCH), οι συγγραφείς της παρούσας μελέτης διαπίστωσαν ότι η καθυστερημένη διάγνωση του καρκίνου του μαστού επηρεάζεται από το πως αξιοποιούνται οι υπηρεσίες υγείας και από την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Οι ασθενείς με τοπικά προχωρημένο καρκίνο, παρόλο που έχουν συχνές επαφές με το σύστημα υγείας ( για συνοσηρότητα από άλλους λόγους και  για επείγουσες καταστάσεις) είναι λιγότερο πιθανό να επισκεφθούν γιατρό για το πρόβλημα του μαστού και ως εκ τούτου ούτε κλινική εξέταση, ούτε απεικονιστικές διερευνήσεις των μαστών είναι συχνές σ' αυτές. Η σύσταση για μεγαλύτερη προσοχή σε αυτές τις δραστηριότητες πρωτογενούς πρόληψης (περίθαλψης) θα μπορούσε να εντοπίσει περισσότερες περιπτώσεις τοπικά προχωρημένου καρκίνου στα αρχικά στάδια.
http://www.springerlink.com/content/g62h06l275522707/